Τελευταία Άρθρα

03.Η ΙΔΕΑ ΤΟΥ ΑΓΑΘΟΥ - ΠΛΑΤΩΝΟΣ "ΠΟΛΙΤΕΙΑ"
Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2018
                                         ...

 

                          Μα παραπέρα, σα να χάθη ο κόσμος

                          κι έμειν’ η φύση μόνη, ώρα κι ώρα

                          μιαν ησυχία βασίλεψε … Κι η πέτρα,

                          π’ αντίκρισα σε μια άκρη ριζωμένη,

                          θρονί μού φάνη μοιραμένο μου ήταν

                          απ’τους αιώνες. Κι έπλεξα τα χέρια,

                          σαν κάθησα, στα γόνατα, ξεχνώντας

                          αν κίνησα τη μέρα αυτή ή αν πήρα

                          αιώνες πίσω αυτό τον ίδιο δρόμο…

Μα να ∙ στην ησυχία αυτή απ’ το γύρο

τον κοντινό προβάλανε τρεις ίσκιοι.

Ένας Ατσίγγανος αγνάντια ερχόνταν,

και πίσωθέ του ακλούθααν, μ’ αλυσίδες

συρμένες, δυο αργοβάδιστες αρκούδες.

                       Και να ∙ ως σε λίγο ζύγωσαν μπροστά μου

                       και μ’είδε ο Γύφτος, πριν καλά προφτάσωarkouda  arkoudaki

                       να τον κοιτάξω, τράβηξε απ’ τον ώμο            

                       το ντέφι και, χτυπώντας το με τόνα

                       χέρι, με τ’ άλλον έσυρε με βία 

                       τις αλυσίδες. Κι οι δυο αρκούδες τότε

                       στα δυό τους σκώθηκαν βαριά … Η μία,

                      (ήταν η μάνα, φανερά), η μεγάλη,

                       με πλεχτές χάντρες όλο στολισμένο

                       το μέτωπο γαλάζιες, κι από πάνω

                       μιάν άσπρη αβασκαντήρα, ανασηκώθη

                       ξάφνου τρανή, σαν προαιώνιο νάταν

                       ξόανο Μεγάλης Θεάς, της αιώνιας Μάνας,

                       αυτής της ίδιας που ιερά θλιμμένη,

                       με τον καιρόν ως επήρε ανθρώπινη όψη,

                       για τον καημό της κόρης της λεγόνταν

                       Δήμητρα εδώ, για τον καημό του γιού της

                       πιο πέρα ήταν Αλκμήνη ή Παναγία.

                       Και το μικρό στο πλάγι της αρκούδι,

                       σα μεγάλο παιχνίδι, σαν ανίδεο

                       μικρό παιδί, ανασηκώθηκε κι εκείνο

                       υπάκοο, μη μαντεύοντας ακόμα

                       του πόνου του το μάκρος και την πίκρα

                       της σκλαβιάς που καθρέφτιζεν η μάνα

                     στα δυό πυρρά της που το κοίτααν μάτια!

Αλλ’ ως από τον κάματο εκείνη

οκνούσε να χορέψει, ο Γύφτος, μ’ ένα

πιδέξιο τράβηγμα της αλυσίδας

στου μικρού το ρουθούνι, ματωμένο

ακόμα απ’ το χαλκά που λίγες μέρες

φαινόνταν πως του τρύπησεν, αιφνίδια

την έκαμε, μουγκρίζοντας με πόνο,

να ορθώνεται ψηλά, προς το παιδί της

γυρνώντας το κεφάλι, και να ορχιέται

ζωηρά…

     Κι εγώ, ως εκοίταζα, τραβούσα

έξω απ’ το χρόνο, μακριά απ’ το χρόνο,

ελεύτερος από μορφές κλεισμένες

στον καιρό, από αγάλματα κι εικόνες ∙

ήμουν έξω, ήμουν έξω από το χρόνο …

Μα μπροστά μου, ορθωμένη από τη βία

του χαλκά και της άμοιρης στοργής της,

δεν έβλεπα άλλο απ’ την τρανήν αρκούδα

με τις γαλάζιες χάντρες στο κεφάλι,

μαρτυρικό τεράστιο σύμβολο όλου

του πόνου του πανάρχαιου, οπ’ ακόμα

δεν του πληρώθη απ’ τους θνητούς αιώνες

ο φόρος της ψυχής … Τι ετούτη ακόμα

ήταν κι είναι στον Άδη…

                          

                           Και σκυμμένο              

το κεφάλι μου κράτησα ολοένα,

καθώς στο ντέφι μέσα έριχνα, σκλάβος

κι εγώ του κόσμο, μιά δραχμή …

                           Μα ως, τέλος,

ο Ατσίγγανος ξεμάκρυνε, τραβώντας

ξανά τις δυο αργοβάδιστες αρκούδες,

και χάθηκε στο μούχρωμα, η καρδιά μου

με σήκωσε να ξαναπάρω πάλι

το δρόμον όπου τελείωνε στα ερείπια2

του Ιερού της ψυχής, στην Ελευσίνα.

Κι η καρδιά μου, ως εβάδιζα, βογγούσε :

«Θάρτει τάχα ποτέ, θε νάρτει η ώρα

που η ψυχή της αρκούδας και του Γύφτου,

κι η ψυχή μου, που Μυημένη τηνε κράζω,

θα γιορτάσουν μαζί;»

                             Κι ως προχωρούσα,

κι εβράδιαζε, ξανάνιωσα απ’ την ίδια

πληγή, που η μοίρα μ’ άνοιξε, το σκότος

να μπαίνει ορμητικά μες στην καρδιά μου,

καθώς από ραγισματιάν αιφνίδια μπαίνει

το κύμα σε καράβι που ολοένα

βουλιάζει … κι όμως τέτοια ως να διψούσε

πλημμύραν η καρδιά μου, σα βυθίστη

ως να πνίγηκε ακέρια στα σκοτάδια

ένα μούρμουρο απλώθη απάνωθέ μου,

ένα μούρμουρο,

                   κι έμοιαζ’ έλεε:

                                         «Θάρτει…» 

                               (Άγγελος Σικελιανός)